Η μυστική μου παραλία

by - 12:51 μ.μ.

Επηρεασμένη ίσως απ’ τη λογοτεχνία του καλοκαιριού, τις ανάλαφρες ιστορίες που διαβάζουμε κάτω απ’ τον ήλιο, επέλεξα να σας διηγηθώ μια καλοκαιρινή μου περιπέτεια. Ευτυχώς το φωτογραφικό μου υλικό μπορεί να γίνει αδιάψευστος μάρτυρας της απίστευτης αφήγησης που ακολουθεί!
Ακόμα κι αν...
ποτέ δεν έχετε επισκεφθεί μια ερημική παραλία, θα έχετε ακούσει πως η αίσθηση της αποκλειστικότητας που παρέχει στον λουόμενο είναι ασύγκριτη. Ναι, υπάρχουν κάποιες παραλίες που δεν είναι φτιαγμένες για κουβαδάκια, σκυλάκια, ρακέτες και σφιχτούς κοιλιακούς. Χωράνε μόνο λίγους και τον σεβασμό που τους αξίζει.
Αυτές τις παραλίες, που ασύλληπτη φυσική ομορφιά τις καλύπτει, είτε τις ανακαλύπτεις τυχαία, είτε βασιζόμενος σε μια εμπιστευτική πληροφορία, ή απλά δε τις ανακαλύπτεις ποτέ. Τις περισσότερες φορές οι ντόπιοι έχουν αφαιρέσει κάθε πινακίδα που οδηγεί σ’ αυτά τα μέρη -κι είναι απολύτως λογικό-. Διαφυλάσσουν έτσι, τα παρθένα τοπία απ’ τους ασυνείδητους τουρίστες. Μάλιστα, η παραλία της ιστορίας μας δεν γίνεται καλά – καλά αντιληπτή ούτε από το ‘Google Earth’! Αν είσαι τυχερός λοιπόν, είναι καταχωνιασμένες στο τέλος των πιο δύσβατων μονοπατιών. Διαφορετικά, γίνονται προσβάσιμες μόνο από θαλάσσης! Μοιάζει, σαν ο Θεός να θέλησε να κρατήσει μερικά κομμάτια γης απάτητα, σαν να φύλαξε κρυμμένα κάποια ψήγματα της Εδέμ. Όταν βρεις μια τέτοια παραλία, δύσκολα θα αλλάξεις θερινό προορισμό. Οι περισσότεροι το ακούν βαρετό αυτό, όμως είναι επειδή δε το ‘χουν ζήσει.
Η δική μου ιστορία ανακάλυψης της “παραλίας μου”, ξεκίνησε σε κάποιες “διακοπές για δύο”. Πριν από αρκετά χρόνια (δε λέω πόσα), στη μέση του πουθενά (δε λέω που), όταν σταματήσαμε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου για να ξαναρίξουμε μια ματιά στον μπερδεμένο χάρτη. Χωρίς καμιά ιδέα για το ποια παραλία είναι η καλύτερη της περιοχής, προσπαθούσαμε να αποφασίσουμε σε ποια από τις αναγραφόμενες στο τουριστικό φυλλάδιο θα πηγαίναμε. Ενώ λοιπόν κι οι δυο είχαμε σκύψει πάνω απ’ τον χάρτη, με την άκρη του ματιού μου αντιλήφτηκα μια μικρή σγουρο-κοκκινομάλλα τσαπερδόνα -θα ‘ταν δε θα ‘ταν 5 ετών- να βγαίνει στον δρόμο απ’ τον διπλανό ελαιώνα. Πήγαινε χοροπηδώντας προς το αγροτικό του παππού της, ο οποίος ακολουθούσε από πίσω μαζί με την μεγαλύτερη εγγονή του. Ήταν κι οι τρεις τους μια γραφική εικόνα. Σαν card postal! Από τη μία εκείνος με το ψάθινο καπέλο και την φυσιογνωμία του εθνικού παππού Σπαθάρη, κι από την άλλη οι μικρές με το χρυσο-σοκολατένιο δέρμα τους στη καρότσα, μεσ’ το κέφι να ξεφωνίζουν «Πάμε θάλασσαααα!». Γρήγορα, μια τρελή ιδέα μ’ έκανε να κλείσω τον χάρτη απότομα και να πω την ατάκα, που όλοι κάποια στιγμή στη ζωή τους θα πουν: «Ακολούθησέ τους!».
Οι μικρές μπροστά μας, τραγουδούσαν σε όλη τη διαδρομή. Σε όλη τη διαδρομή δηλαδή, μέχρι εκεί που τελείωσε ο ασφαλτόδρομος… μετά τις χάσαμε μέσα στη σκόνη που σήκωσε το γκάζι του παππού. Εμείς με το ΙΧ στον κατηφορικό χωματόδρομο με τις μεγάλες πέτρες, πηγαίναμε λίγο πιο γρήγορα από χελώνα. Το ευχάριστο ήταν πως από εκείνο το σημείο δε χρειαζόμασταν πια καθοδηγητή. Βρισκόμασταν σε έναν στενό, πολύ στενό μονόδρομο… που στένευε κι άλλο! Πράγμα που σήμαινε πως ήταν πολύ αργά για αναστροφή. Πράγμα που σήμαινε πως δεν έπρεπε σε καμιά περίπτωση να συναντήσουμε κάποιον με αντίθετη κατεύθυνση! Το θετικό της χωμάτινης διαδρομής, ήταν οι ατελείωτοι ελαιώνες από τη μια πλευρά, η απαράμιλλη θέα της θάλασσας από την άλλη!
30’ αργότερα: Έχουμε φτάσει σε μηδενικό υψόμετρο, κάτω από μια παχιά σκιά, λίγα μέτρα μακριά απ’ το κύμα. Οι μικρές με τον παππού είναι ήδη εκεί και πλατσουρίζουν στα ρηχά. Η υπόλοιπη παραλία απλώνεται άδεια στα μάτια μου καθώς πλησιάζω. Όσο και να ψάχνω για κάποιον έκτο, δεν υπάρχει κανείς και στα 100 μέτρα του μήκους της. Τριγύρω η αγκαλιά του βουνού, πράσινο, τζιτζίκια να συνοδεύουν τον ήχο της θάλασσας… μπροστά μόνο γαλάζιο, απέραντος ορίζοντας κι ένα απαλό αεράκι. Κοιτώ κάτω τα πόδια μου που έχουν “γλιστρήσει” κιόλας στο κρυστάλλινο νερό, σε μια απόπειρα να πιστέψω στις αισθήσεις μου!
Ο παππούς στέγνωσε καλά με μια πετσέτα τα κορίτσια του, τα πήρε κι έφυγαν από νωρίς. Η παραλία από τώρα, ήταν απρόσμενα δική μας! Δε χορταίναμε τις βουτιές… δεν αντεχόταν τόση ξεγνοιασιά! Όταν πήραμε τη ριψοκίνδυνη απόφαση να διανυκτερεύσουνε εκεί, ο ήλιος είχε αρχίσει να κρύβεται πίσω απ’ το βουνό.
Το φανταζόμασταν εκείνο το βράδυ πιο ρομαντικό από ότι ήταν… στη πραγματικότητα ξυλιάσαμε απ’ το κρύο, σκιαχτήκαμε απ’ το σκότος! Δε μετανιώνω όμως, γιατί αυτή η ταλαιπωρία άξιζε. Μέχρι σήμερα δεν έχω ζήσει κανένα παρόμοιο ξημέρωμα! Με το πρώτο φως που προηγείται του ήλιου, βούτηξα στη θάλασσα. Δεν ήταν απλά ζεστή, όπως οι περισσότεροι λένε για το πρωινό μπάνιο, ήταν ΖΩΝΤΑΝΗ! Την ένιωθα πάνω μου σαν οντότητα κι όχι σαν συνηθισμένο θαλασσόνερο! Η απόλυτη υπέρβαση της στιγμής, ήρθε όταν άρχισε να βγαίνει ο ήλιος από “μέσα της”. Βυθισμένη ως τα μάτια, μπορούσα να κοιτάξω τον ήλιο ίση προς ίσο. Μια εμπειρία πέρα από κάθε αναζωογόνηση, ανώτερη από κάθε πολυτέλεια! Έμοιαζε σαν η ψυχή για λίγο να “ξεκόλλησε” απ’ το σώμα. Έμοιαζε με την απόλυτη αίσθηση της ευτυχίας!
Αργότερα… όταν πια χορτασμένοι απ’ τον “πρωτόπλαστο βίο” ξαπλώναμε στη σκιά, είδαμε να φτάνει στα πόδια μας μια μικρή βαρκούλα. “Καπετάνιος” της, ένας νεαρός ψαράς. Μας χαιρέτησε και ξεκίνησε τα μακροβούτια. Τον ζήλευα Θεέ μου τόσο πολύ για τη ρουτίνα του! Ευλογημένος με την αληθινή ζωή! Η πρωινή του ψαριά ήταν ακουμπισμένη μπροστά μας. Εκείνος κάθισε απέναντι, πάνω σε έναν βράχο, καθάριζε τα δίχτυα του και πιάσαμε κουβέντα. Από τα λόγια του ασπάστηκα μια άλλη φιλοσοφία. Μια φιλοσοφία που ενώνει ξανά τη γνήσια φύση με τον άνθρωπο. Ξεφορτωμένη από ομπρέλες, ξαπλώστρες, βαβούρα και πολυκοσμία.  
Όταν έπρεπε να φύγω από εκεί, ήξερα πως είχα δεθεί με το μέρος. Υποσχέθηκα πως θα γυρίσω. Και γύρισα. Και το ξανά υποσχέθηκα. Και ξανά γύρισα… πάντα βρίσκω την ηρεμία, το γαλάζιο, το πράσινο, τα καθαρά νερά, τον ψαρά με τη βάρκα… κι αυτό συνεχίζεται χρόνια τώρα! Και κάθε φορά που αφήνω τη παραλία πίσω μου, θυμάμαι τους στοίχους και είναι σαν να μου τραγουδά: 
«Στον ίσκιο της δάφνης, στο φως της ελιάς, στο κύμα που σβήνει, στην ακρογιαλιά, ορκίσου για πάντα πως θα μ’ αγαπάς.
Μη φύγεις και μου ξεχαστείς, σε ξένα χείλη μη σταθείς. Βάλε σημάδια για να βρεις το δρόμο της επιστροφής.
Ορκίσου για πάντα πως θα μ’ αγαπάς, στην άκρη του κόσμου ακόμα κι αν πας στου ήλιου το χάδι με μάτια κλειστά σ’ αγγίζω, σε νοιώθω, σε θέλω ξανά.
Σε στράτα φιδίσια με ξερολιθιά καθώς ξεμακραίνεις μ’ αποχαιρετάς ορκίσου για πάντα πως θα μ’ αγαπάς».
Έτσι απέκτησα τη “μυστική μου παραλία”. Το που βρίσκεται, θα φυλάξω μυστικό. Πιστεύω πως η ατόφια έννοια της ελευθερίας, βρίσκεται στις άγνωστες συντεταγμένες και μόνο εκεί είσαι πραγματικά ελεύθερος. Όταν κανείς δε γνωρίζει που είσαι. Απαλλαγμένος από κάθε πιθανό βλέμμα!

Το άρθρο γράφτηκε για το Art Nouveau


You May Also Like

2 σχόλια

  1. kati mou thymizei..........................................
    anonymh elena

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σςςςς μη το πεις! Χαχαχα! Φιλάκια αγάπη μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Με την δημοσίευση του σχολίου σας, βεβαιωθείτε ότι εμφανίζεται το ακόλουθο μήνυμα: «Το σχόλιό σας θα είναι ορατό μετά την έγκριση». Αν αυτό το μήνυμα δεν εμφανιστεί, ξαναπροσπαθήστε.

  • 64
    0
  • 22
    2
  • 57
    0
  • 60
    4
  • 53
    4
  • 36
    0